ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΡΚΙΝΟΥ


Δρ. Ελευθέριος Μηλιόπουλος

Ιατρός - Παθολογοανατόμος - Ογκολόγος
Διδάκτωρ Νευροπαθολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Πρώην Εθνικός Εκπρόσωπος της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση



Site logo

ΠΩΣ Η ΕΝΤΑΣΗ ΑΥΞΑΝΕΙ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ



Η ιατρική Κοινότητα άργησε να αναγνωρίσει το ρόλο του στρές στην ασθένεια. Ως ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο γενικό σωματικό προσανατολισμό του Ιατρικού επαγγέλματος. Εκείνο που έχει λείψει από τις σχετικές μελέτες για να τις κάνει πιο αποδεκτές στην Ιατρική Κοινότητα είναι η αναγνώριση ενός ειδικού φυσιολογικού μηχανισμού με τον οποίο συμμετέχουν οι συναισθηματικές καταστάσεις στην προσβολή από την ασθένεια.

Η επιβίωση στις πρωτόγονες κοινωνίες απαιτούσε από τους ανθρώπους να είναι ικανοί να αναγνωρίζουν αμέσως τον κίνδυνο και να παίρνουν γρήγορες αποφάσεις σχετικά με το αν θα πολεμούσαν ή θα έτρεχαν να ξεφύγουν.

Αλλά η ζωή στη σύγχρονη κοινωνία απαιτεί συχνά να αναστέλλουμε τις αντιδράσεις του είδους «πολέμα ή φεύγα». Όταν ένας Αστυνομικός μας σταματάει για να μας δώσει μια κλήση για υπερβολική ταχύτητα ή όταν ο Προϊστάμενος κάνει παρατηρήσεις για τη δουλειά μας, τότε το σώμα μας από ένστικτο κινητοποιείται. Σε αυτές τις περιπτώσεις βέβαια η αντίδραση «πολέμα ή φεύγα», δεν είναι κοινωνικά κατάλληλη κι έτσι μαθαίνουμε να καταπνίγουμε τις αντιδράσεις μας. ΄Ολη την ημέρα καταπνίγουμε αδιάκοπα τις αντιδράσεις του σώματός μας στο στρές – όταν γίνεται ένα λάθος, όταν ένα αμάξι κορνάρει πολύ δυνατά, όταν πρέπει να περιμένουμε στην ουρά, όταν χάνουμε το λεωφορείο και πάει λέγοντας.

Όταν η φυσιολογική αντίδραση στο στρές δεν εκδηλώνεται, τότε πάνω στο σώμα συσσωρεύεται ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Αυτό είναι το χρόνιο στρές. Το χρόνιο στρές αναγνωρίζεται όλο και πιο πολύ σαν σημαντικό παράγοντα σε πολλές ασθένειες.

Το χρόνιο στρές παράγει συχνά ορμονικές διαταραχές. Καθώς οι ορμόνες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση των σωματικών λειτουργιών, οι διαταραχές τους μπορούν να ανεβάσουν την πίεση του αίματος και περιστασιακά να προκαλέσουν βλάβη των νεφρών. Η βλάβη στα νεφρά μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπέρταση, η οποία με τη σειρά της θα ενισχύσει τη χημική ανισορροπία.

Οι ορμονικές αλλαγές που προέρχονται από το στρές μπορεί να προκαλέσουν ρωγμές στα τοιχώματα των αρτηριών. Το σώμα επουλώνει αυτά τα σκισίματα με λεπτά στρώματα χοληστερόλης, ενός τύπου ουλώδους ιστού.

Βέβαια, η συσσώρευση πολλών τέτοιων στρωμάτων μπορεί να προκαλέσει σκλήρυνση των αρτηριών (αρτηριοσκλήρυνση). Αυτό με τη σειρά του εξαναγκάζει την καρδιά να λειτουργεί πιο σκληρά για να κυκλοφορήσει το αίμα και έτσι αυξάνεται πιο πολύ η πίεση του αίματος. Όταν η αρτηριοσκλήρυνση έχει προχωρήσει πολύ, τότε ελαττώνεται το ποσό του αίματος και του οξυγόνου που φτάνει στην καρδιά μέχρις ότου το άτομο παθαίνει ανεπάρκεια της στεφανιαίας. Τα στρώματα της χοληστερόλης μπορούν επίσης να κλείσουν τις μεγάλες στεφανιαίες αρτηρίες της καρδιάς, οδηγώντας τελικά σε καρδιακή ανεπάρκεια.

O Shelly ανακάλυψε ότι το χρόνιο στρές καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα, που είναι υπεύθυνο για την απομόνωση και καταστροφή των καρκινικών κυττάρων ή των ξένων μικροοργανισμών.

Ο βαθμός του συναισθηματικού στρές που προκαλείται από εξωτερικά συμβάντα εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει ή αντιμετωπίζει τα συμβάντα αυτά. Τις περισσότερες φορές ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρινόμαστε στο στρές της ζωής είναι προϊόν συνήθειας, υπαγορευμένο από τα υποσυνείδητα πιστεύω μας σχετικά με το ποιοι είμαστε, ποιοι θα έπρεπε να είμαστε, ποιος είναι ο κόσμος και πως θα έπρεπε να είναι οι άλλοι άνθρωποι.

Αυτά τα πρότυπα συμπεριφοράς σχηματίζουν έναν ενιαίο προσανατολισμό ή στάση απέναντι στη ζωή.

Η σύνδεση ανάμεσα στον καρκίνο και τις συναισθηματικές καταστάσεις παρατηρήθηκε εδώ και 2.000 χρόνια. Στην πραγματικότητα, ο διαχωρισμός του καρκίνου από τις συναισθηματικές καταστάσεις είναι καινούργια και παράξενη ιδέα. Γράφοντας σχεδόν 2.000 χρόνια πριν, στο 2ο αιώνα μ.Χ., ο Γαληνός παρατήρησε ότι οι χαρούμενες γυναίκες ήταν λιγότερο επιρρεπείς στον καρκίνο απ’ ότι ήταν οι ψυχολογικά καταπτοημένες. Ο Gendron «μια πραγματικά γραμμένη του 1701 που ερευνούσε τη φύση και τα αίτια του καρκίνου ανέφερε την επιρροή των «καταστροφών της ζωής που προκαλούν πολλά προβλήματα και θλίψη».

Το 1783 ο Barrows σε ένα σχόλιο που μοιάζει να περιγράφει το χρόνιο στρές, απέδιδε την ασθένεια στα «ανήσυχα πάθη του νου από τα οποία ο ασθενής είναι πολύ επηρεασμένος για μικρό χρονικό διάστημα».

Το 1882 ο Nunn στο έργο του «Καρκίνος του Μαστού», ένα πλατιά αναγνωρισμένο κείμενο, έλεγε ότι οι συναισθηματικοί παράγοντες επηρεάζουν την ανάπτυξη των όγκων.

Το 1846 ο Dr. Walter Hyle Walshe εξέδωσε το έργο «Η φύση και η θεραπεία του καρκίνου και αναφέρει: «Πολλά γράφτηκαν για την επίδραση της δυστυχίας, των ξαφνικών αντιστροφών της τύχης, της κατήφειας από συνήθεια, στη διάταξη της καρκινωματώδους ύλης. Αν μπορούμε να πιστέψουμε τους συστηματικούς συγγραφείς, αυτά αποτελούν την πιο ισχυρή αιτία του καρκίνου…».

Σε ένα κλασικό κείμενο, η χειρουργική παθολογία, που εκδόθηκε το 1870, ο Sir James Paget εξέφραζε την πεποίθησή του ότι η κατάπτωση παίζει ζωτικό ρόλο στην παρουσία του καρκίνου..

Η πρώτη στατιστική μελέτη για τις συναισθηματικές καταστάσεις και τον καρκίνο έγινε το 1893 από την Snow, ο οποίος συμπέρανε ότι:

«Από όλα τα αίτια της διαδικασίας ανάπτυξης του καρκίνου σε όλες του τις μορφές, οι νευρωτικοί παράγοντες είναι οι πιο ισχυροί. Από τα επικρατέστερα είδη η έντονη στενοχώρια συναντιέται πιο συχνά. Ο εξαντλητικός μόχθος και η στέρηση έρχονται δεύτερα. Αυτά είναι τα άμεσα διεγερτικά αίτια που ασκούν σημαντική προδιαθετική επίδραση για την ανάπτυξη των υπόλοιπων. Οι ηλίθιοι και οι τρελοί αποτελούν αξιοσημείωτη εξαίρεση για τον καρκίνο κάθε μορφής».

Παρά την προφανή συμφωνία των ειδικών στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, ότι υπήρχε σαφής σχέση ανάμεσα στις συναισθηματικές καταστάσεις και τον καρκίνο, το ενδιαφέρον μειώθηκε μπροστά στις καινούργιες αναπτυσσόμενες χειρουργικές τεχνικές και την ακτινοθεραπεία.

Η ερμηνεία της ψυχολογικής βιβλιογραφίας σε καρκινοπαθείς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη υπόθεση. Αν τους πούμε ότι «η έρευνα δείχνει πως οι καρκινοπαθείς έχουν κάποια χαρακτηριστικά…», τότε πολλά άτομα υποθέτουν αυτόματα ότι η έρευνα λέει πως αυτοί προσωπικά έχουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Οι στατιστικές μελέτες από τη φύση τους είναι πλατιές γενικεύσεις που αφορούν ομάδες και όχι αναγκαία ένα ιδιαίτερο άτομο. ΄Ανθρωποι με παρόμοια χαρακτηριστικά προσωπικότητας δεν αναπτύσσουν όλοι την ίδια ασθένεια, ακριβώς όπως όλοι οι άνθρωποι που υπόκεινται στους ίδιους καρκινογόνους παράγοντες, δεν αναπτύσσουν καρκίνο. Πολλοί άλλοι παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο.

Ο Dr. Lawrence LeShan ένας πειραματικός ψυχολόγος που έχει εμπειρία στην κλινική ψυχολογία, είναι ο πρώτος θεωρητικός πάνω στο ψυχολογικό ιστορικό ζωής των καρκινοπαθών. Στο βιβλίο του «μπορείς να παλέψεις για την ζωή σου», επισημαίνοντας στοιχεία από τα ιστορικά που πήρε από περισσότερους από 500 καρκινοπαθείς με τους οποίους εργάστηκε:

• Η νεανική ηλικία του ασθενή έχει σημαδευτεί από συναισθήματα απομόνωσης, εγκατάλειψης και απελπισίας με έντονες διαπροσωπικές σχέσεις που φαίνονταν δύσκολες και επικίνδυνες.

• Στην αρχή της ενηλικίωσης ο ασθενής κατάφερε να καθιερώσει μια δυνατή, γεμάτη νόημα, σχέση με ένα άτομο ή έβρισκε μεγάλη ικανοποίηση στο επάγγελμά του. Ένα τρομακτικό ποσό ενέργειας διοχετευόταν σε αυτή τη σχέση ή ρόλο. Οπωσδήποτε αυτή η σχέση ή ρόλος έγινε ο λόγος ύπαρξης, το κέντρο της ζωής του ασθενή.

• Η σχέση ή ο ρόλος άρχισε τότε να απομακρύνεται – λόγω θανάτου, εξαιτίας κάποιας μετακίνησης, κάποιας εγκατάλειψης του σπιτιού από ένα παιδί, μια σύνταξη κ.λπ. Το αποτέλεσμα για το άτομο ήταν απελπισία, σαν να είχε χτυπηθεί επώδυνα το τραύμα που είχε μείνει ανοιχτό από την παιδική του ηλικία.

• ΄Ενα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά αυτών των ασθενών ήταν ότι κράτησαν την απελπισία μέσα τους. Αυτά τα άτομα ήταν ανίκανα να αφήσουν τους άλλους να καταλάβουν πότε αισθάνονταν πληγωμένα, θυμωμένα ή εχθρικά.

• Η απελπισία που ολοένα μεγάλωνε και με την οποία αντιμετώπιζε ο καθένας από αυτούς τους άλλους ανθρώπους, φαίνεται να συνδέεται στενά με την απώλεια που υπέφεραν κατά την παιδική τους ηλικία… Είδαν το τέλος της σχέσης σαν μια καταστροφή που πάντα την περίμεναν. Πάντα περίμεναν να τελειώσει, περίμεναν την απόρριψη. Επιφανειακά όλοι κατάφεραν να «προσαρμοστούν» στο χτύπημα. Αλλά το χρώμα, η νοστιμάδα, το νόημα έφυγε από τη ζωή τους. Δεν φαίνονται πια προσκολλημένοι στη ζωή.

• Για τους γύρω τους, ακόμη και για τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους, φαινόταν να τα καταφέρουν… αλλά στην πραγματικότητα ήταν η ψεύτικη ειρήνη της απελπισίας που αισθάνονταν. Απλά περίμεναν να πεθάνουν.

Η Dr. Caroline B. Thomas, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Τζον Χόπκινς, άρχισε να παίρνει συνεντεύξεις από φοιτητές της Ιατρικής στο Τζον Χόπκινς το 1940 και εκτίμησε τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους. Πήρε συνεντεύξεις από τουλάχιστον 1.300 σπουδαστές και παρακολούθησε το ιστορικό των ασθενειών τους. Αναφέρει ότι πιο ξεκάθαρη ψυχολογική φυσιογνωμία είχαν οι σπουδαστές που έπαθαν αργότερα καρκίνο – ήταν πιο ξεκάθαρο ακόμη και από την προσωπικότητα των σπουδαστών που αυτοκτόνησαν αργότερα. Πιο λεπτομερειακά, τα στοιχεία της Caroline Thomas φανέρωναν ότι οι σπουδαστές που έπαθαν μετά καρκίνο δεν ένιωθαν κοντά τους γονείς τους, σπάνια εξέφραζαν δυνατά συναισθήματα και γενικά δεν ήταν ιδιαίτερα εκδηλωτικοί.

Για μια περίοδο πάνω από δεκαπέντε χρόνια, ο Δρ. Ο. Α. Γκριν, μελέτησε τις προηγούμενες ψυχολογικές και κοινωνικές εμπειρίες των ασθενών του που είχαν λευχαιμία και λέμφωμα. Παρατήρησε και αυτός ότι η απώλεια μιας σπουδαίας σχέσης ήταν σημαντικό στοιχείο στο ιστορικό του ασθενή. Τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες, ο Γκριν είπε ότι η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ο θάνατος ή η απειλή θανάτου της μητέρας ή για τους άνδρες η απώλεια «μιας εικόνας της μητέρας», συνήθως της συζύγου. ΄Αλλα σημαντικά συναισθηματικά γεγονότα σε γυναίκες ήταν η εμμηνόπαυση ή η αλλαγή κατοικίας και για τους άνδρες η απώλεια ή ο κίνδυνος απώλειας της δουλειάς, καθώς και η σύνταξη ή η απειλή της σύνταξης.

Ο Γκριν συμπέρανε ότι η λευχαιμία ή το λέμφωμα αναπτύχθηκαν σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Δηλαδή ο ασθενής είχε κάποιες απώλειες και χωρισμούς που προκάλεσαν αισθήματα απελπισίας και απόγνωσης και επιπλέον διακοπή της ομαλής ροής της ζωής.

Η σχέση ανάμεσα στον εγκέφαλο, τα συναισθήματα και το ανοσοποιητικό σύστημα οδήγησε στη δημιουργία ενός τομέα επιστημονικής έρευνας που είναι γνωστός ως ψυχονευροανοσολογία.

Οι επιστήμονες ανακαλύπτουν πως η κάθε σκέψη, το κάθε συναίσθημα και η κάθε εμπειρία, στέλνει στο ανοσοποιητικό σύστημα ένα μήνυμα, το οποίο είτε ενισχύει ή παρεμποδίζει την ικανότητά του να λειτουργήσει σωστά.

Η κατάθλιψη και άλλα αρνητικά συναισθήματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί, συνεισφέρουν με πολλούς τρόπους στην αύξηση του κινδύνου προσβολής από καρκίνο. Σημαντικά επιστημονικά στοιχεία τεκμηριώνουν τη σχέση ανάμεσα στα αρνητικά συναισθήματα, στο άγχος, και στο χαμηλό επίπεδο δραστηριότητας των φυσικών φονικών Τ-λευκοκυττάρων, άρα αυξημένο κίνδυνο καρκίνου. Μελέτες έδειξαν, επίσης, ότι η κλασική προσωπικότητα καρκίνου εμφανίζει χαμηλότερη δραστηριότητα φυσικών φονικών κυττάρων σε σχέση με άλλους τύπους προσωπικότητας.

Η κατάθλιψη και το άγχος δεν επηρεάζουν μόνο το ανοσοποιητικό σύστημα, αλλά φαίνεται ότι εμποδίζουν και την ικανότητα του κυττάρου να αποκαθιστά βλάβες στο DNA.

Μια εντυπωσιακή απόδειξη της δύναμης των ψυχολογικών παραγόντων στον καρκίνο είναι η μελέτη του Δρ. Ντέιβιντ Σπίγκελ και των συνεργατών του, που δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό Lancet του 1989. Σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού δόθηκε μια μορφή ομαδικής θεραπείας, για να τις βοηθήσει να αντιμετωπίσουν καλύτερα την θανατηφόρα νόσο τους. Τα μέλη της ομάδας έζησαν, κατά μέσον όρο, δύο φορές περισσότερο απ’ ότι ασθενείς με την ίδια ασθένεια που δεν συμμετείχαν στο πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής θεραπείας και οι συγγραφείς συμπέραναν ότι αυτό μπορεί να οφειλόταν στην δύναμη της υποστήριξης που έλαβαν, που βοήθησε να καθυστερήσουν τα αποτελέσματα του καρκίνου.

Ο Dr. Peter Lambley αναφέρει στο βιβλίο του «η ψυχολογία του καρκίνου» για την εικόνα της προσωπικότητας και των περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών που είναι πιθανόν να προδιαθέτουν ένα άτομο στον καρκίνο.


Παιδική ηλικία

Τα στοιχεία δείχνουν προς την κατεύθυνσή του ότι, καθώς το επιρρεπές προς τον καρκίνο άτομο μεγαλώνει, εκτίθεται σε ένα σύνολο ιδεών και οδηγιών σχετικά με το πώς να συμπεριφέρεται, να σκέφτεται και να αισθάνεται, το οποίο εμπλέκει έναν υψηλό βαθμό ελέγχου. Η χαλαρή συμπεριφορά, οι παιδιάστικες διαθέσεις, η υστερία, τα συναισθήματα που προκαλούν ταραχή και οι συνηθισμένες συμπεριφορές που προδίδουν έντονες ανάγκες, φαίνεται ότι αποθαρρύνονται από πολύ νωρίς στη ζωή του παιδιού. Η συναισθηματική έκφραση φαίνεται να επιτρέπεται ή να εγκρίνεται μόνο με ένα πολύ στενό, περιορισμένο τρόπο… Το παιδί κρατιέται πολύ κοντά στο γονιό και δεν του αφήνεται πολύς χώρος για να αναπτυχθεί ως ανεξάρτητη οντότητα. Η απώλεια ή η σοβαρή αλλαγή αυτής της σχέσης φαίνεται να αφήνει το παιδί ανίσχυρο και ανήμπορο να διαμορφώσει μια επαρκή υποκατάστατη σχέση. Αν αυτή η αλλαγή λάβει χώρα κατά τα ιδιαίτερα ευάλωτα στάδια της σωματικής ανάπτυξης του παιδιού, μπορεί να βρεθεί σε κίνδυνο να πάθει παιδικούς και εφηβικούς καρκίνους, όπως λευχαιμία, λέμφωμα και ασθένεια του Hodgkin.


Εφηβεία

Τα ερευνητικά ευρήματα για έλλειψη εγγύτητας και ζεστασιάς μεταξύ του ατόμου με προδιάθεση για καρκίνο και των γονιών του, σε συνδυασμό με τις ενδείξεις ότι ο καρκίνος ακολουθεί μια απώλεια στενής, προσωπικής σχέσης, δείχνουν ότι το πρότυπο οικειότητας γονιού – παιδιού είναι διαταραγμένο, με κάποιο τρόπο. Μια ισχυρή συμβιωτική σχέση κατά την παιδική ηλικία, φαίνεται να ακολουθείται στην εφηβεία από μια πιο ψυχρή ή απόμακρη σχέση, με αποτέλεσμα ο έφηβος να αισθάνεται όλο και περισσότερο αγνοημένος ή απωθημένος από ορισμένες σημαντικές απόψεις. Αυτή δε χρειάζεται να σχετίζεται με μια πραγματική «απώλεια» με την υλική έννοια, π.χ. με το θάνατο ενός γονιού… Από πολύ νωρίς, το παιδί μαθαίνει να αισθάνεται σχετικά ασήμαντο ή ανίσχυρο. δεν έχει σχεδόν καθόλου την αίσθηση ότι έχει να παίζει κάποιο σημαντικό ρόλο ως άτομο στην οικογένεια. Το παιδί ανατρέφεται για να εκτελεί εργασίες που ορίζει ο γονιός, να τις δέχεται χωρίς ερωτήσεις, να ελαχιστοποιεί τη δική του άποψη για την πραγματικότητα και να αρνείται ή να απωθεί τις εκφράσεις ασυμφωνίας.


Ενήλικη ζωή

Όταν το παιδί μεγαλώσει και εγκαταλείψει τους άμεσους περιορισμούς της οικογενειακής ζωής, φαίνεται ότι αρχίζουν να εμφανίζονται προβλήματα στη δημιουργία στενών δεσμών με άλλους. Στην περίπτωση που το άτομο μπορεί να βρει κάποιον παρόμοιο, με τον κυρίαρχο γονιό, όλα μπορεί να φαίνονται καλά, αλλά αυτό φαίνεται να συντηρεί απλώς την υπάρχουσα κατάσταση. Το άτομο με προδιάθεση για καρκίνο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με επιτυχία βαθιά συναισθήματα και βαθιές σωματικές ανάγκες και, στην πράξη, αποφεύγει τόσο αυτά όσο και την έκφρασή τους, τόσο μέσα του όσο και στους άλλους. Επίσης, δεν είναι πολύ καλά σε θέση να τα βγάλει πέρα με τις φυσιολογικές εντάσεις και το στρές της ζωής. Απαιτητικές σχέσεις θα ταράζουν και θα αναστατώνουν το άτομο, ανάλογα με το βαθμό και τη σοβαρότητα της αναστάτωσης και της υποστήριξης που δίνεται από τη βασική σχέση.


Οι άνθρωποι με προδιάθεση για καρκίνο έχουν την τάση να μην εκφράζουν συναισθήματα κι’ αυτό δημιουργεί προβλήματα στη διαμόρφωση συνηθειών αντιμετώπισης της ζωής. Καθημερινά στρές και ταραχές γίνονται υπερβολικά μεγάλα και αναστατώνουν τον οργανισμό.

Σε μια δική μας πολύχρονη μελέτη για την αξιολόγηση γεγονότων και υγείας διαπιστώθηκαν τα εξής:

Συμβάν ή κατάσταση / Αξία

1) Αθεΐα ατόμου / 100

2) Αγχωτικός και στενάχωρος χαρακτήρας / 89

3) Θάνατος συζύγου / 85

4) Διαζύγιο / 70

5) Φυλάκιση / 68

6) Προσωπική βλάβη / 59

7) Θάνατος αγαπημένου μέλους / 56

8) Απόλυση από την δουλειά / 54

9) Κατάσχεση υποθήκης / 52

10) Δυσμενή αλλαγή στα οικονομικά / 51

11) Προβλήματα με πεθερικά / 40

12) Δυσκολίες στο σεξ / 39

13) Κακή διατροφή / 38

14) Εξωσυζυγική σχέση / 36

15) Αναδιάρθρωση επιχείρησης / 32

16) Αλλαγή υγείας μέλους / 30

17) Απουσία μυστηριακής εκκλησιαστικής ζωής / 28

18) Πρόσθεση νέου μέλους / 27

19) Εγκυμοσύνη / 26

Το 52% των ατόμων με σκορ 250 και πάνω στην κλίμακα αυτή παρουσίασε μέσα σ’ ένα έτος κάποια ασθένεια, ενώ το 90% του καρκινοπαθών που μελετήθηκαν παρουσίασαν σκορ πάνω από το 265. Αξιοσημείωτο είναι, ότι το 91% από τους 3.500 καρκινοπαθείς που μελετήθηκαν ήταν άθεοι ή δεν μετείχαν στην μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας πριν διαπιστωθεί η νόσος.